Μπιθικώτσης Γρηγόρης
Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης γεννήθηκε στο Περιστέρι στις 11 Δεκεμβρίου του 1922. Ο ίδιος ήταν το μικρότερο παιδί της οκταμελούς οικογένειας του. Η οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή και ο ίδιος αναγκάστηκε να δουλέψει σαν υδραυλικός.
Μπήκε στην δισκογραφία το 1949 σε ηλικία 25 ετών ως συνθέτης με το τραγούδι «Το καντήλι τρεμοσβήνει» σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη. Συνέθεσε περισσότερα από 200 τραγούδια, πολλά από τα οποία έγιναν μεγάλες επιτυχίες, όπως «Του Βοτανικού ο μάγκας», «Σε τούτο το στενό», «Επίσημη αγαπημένη», «Στου Μπελαλή το ουζερί», «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα» και πλήθος άλλων.
Η συνεργασία του με το Μίκη Θεοδωράκη, τον οποίο γνώρισε ενώ ήταν εξόριστος στη Μακρόνησο αλλά και με το Μάνο Χατζιδάκη γέννησε τα καλύτερα ίσως τραγούδια του. Με την ερμηνεία του στον Επιτάφιο του Μίκη Θεοδωράκη και του Γιάννη Ρίτσου χάραξε νέους δρόμους στο λαϊκό τραγούδι. Επίσης, ερμήνευσε τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη, του Βασίλη Τσιτσάνη, του Γιώργου Μητσάκη, του Γιάννη Παπαϊωάννου και του Ακη Πάνου. Στις συνεργασίες του αξίζει επίσης να αναφέρουμε αυτές με το Σταύρο Ξαρχάκο και το Δήμο Μούτση.
Τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο τον Ιανουάριο του 2003 με το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικα, καθώς και με το Χρυσό Μετάλλιο της Πόλης των Αθηνών.
Απεβίωσε έπειτα από βραχύχρονη περίοδο νοσηλείας, στις 7 Απριλίου 2005 σε ηλικία 83 ετών.
Μαρκόπουλος Γιάννης
Ο Γιάννης Μαρκόπουλος γεννήθηκε το 1939 στο Ηράκλειο της Κρήτης και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Ιεράπετρα. Στο ωδείο της παραλιακής αυτής πόλης, πήρε τα πρώτα μουσικά μαθήματα στη θεωρία, στο βιολί και στο κλαρίνο. Οι πρώτες του επιδράσεις προέρχονται από την τοπική μουσική, από τη κλασική μουσική, καθώς και από τη μουσική της ευρύτερης ανατολικής Μεσογείου και ιδιαίτερα της κοντινής Αιγύπτου.
Το 1956 ήρθε στην Αθήνα και συνέχισε τις μουσικές σπουδές του στο Ωδείο Αθηνών, με τον συνθέτη Γεώργιο Σκλάβο και τον καθηγητή του βιολιού centeph Bustidui. Την ίδια εποχή πέρασε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο όπου σπούδασε οικονομικά, ενώ παράλληλα συνέθετε μουσική για το θέατρο, τον κινηματογράφο και το χορό.
Την πρώτη του μουσική για επένδυση κινηματογραφικής ταινίας την έγραψε το 1961 για την ταινία «Ο Άρχων του Κάμπου» του Μ. Βλαχάκη. Τα πρώτα του κινηματογραφικά τραγούδια ήταν οι επιτυχίες «Γκρεμισμένα σπίτια» και «Πέρα από τη θάλασσα». Το 1963 βραβεύτηκε για την μουσική του στις «Μικρές Αφροδίτες» του Νίκου Κούνδουρου στο ΦΕΚΘ. Δύο χρόνια αργότερα βραβεύτηκε από το ΦΕΚΘ για μία ακόμη φορά για τη μουσική του στην ταινία «η Μοίρα του Αθώου(1965)».
Το 1967 επιβλήθηκε στην Ελλάδα η δικτατορία και ο Γιάννης Μαρκόπουλος αναχώρησε στο Λονδίνο, όπου συνέχισε τις σπουδές του. Εκεί συνέθεσε την κοσμική καντάτα «Ήλιος ο πρώτος», σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη και τη μουσική για τη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη για το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν. Παράλληλα ολοκλήρωσε τη μουσική τελετή «Ιδού ο Νυμφίος», έργο που κρατά ανέκδοτο, εκτός ενός τμήματος, του περίφημου Ζάβαρα-κάτρα-νέμια, που αποτελεί ένα από τα πιο διάσημα κομμάτια του.
Το 1969 επέστρεψε στην Αθήνα για να συμβάλει με τα έργα του στην πορεία για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Το 1976 συνέθεσε τη μουσική για την τηλεοπτική σειρά του ΒΒC Who pays the Ferryman? και η επιτυχία του μουσικού θέματος παρέμεινε στην κορυφή του βρετανικού Hit-Parade για μήνες. Σημαντική θέση έχει η μουσική του στο θέατρο. Έγραψε μουσική για έργα του Ευριπίδη, του Αριστοφάνη, του Μενάνδρου, του Σαίξπηρ, του Τσέχωφ, του Μπέκετ αλλά και σύγχρονων Ελλήνων δραματουργών.
Στον κινηματογράφο έγραψε μουσική για 43 ταινίες. Ανάμεσα σε αυτές «Ποια είναι η Μαργαρίτα(1961)», «το πιθάρι(1962)», «Όχι κύριε Τζόνσον(1965)», «ο Διχασμός(1966)», «Ντάμα Σπαθί(1966)», «ο Φόβος(1966)», «Το πιο λαμπρό αστέρι(1967)», «Δέκατος τρίτος(1967)», κ.α..
Το 1980 παντρεύτηκε την ερμηνεύτρια και συνεργάτιδά του Βασιλική Λαβίνα.
Μαρής Γιάννης
Ο Γιάννης Μαρής (αληθινό όνομα Γιάννης Τσιριμώκος) γεννήθηκε στη Σκόπελο τον Ιανουάριο του 1916, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε ως δικαστικός. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Χίο και στη Λάρισα και αργότερα φοίτησε στη Νομική Σχολή της Θεσσαλονίκης. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα και εντάχθηκε στο χώρο των σοσιαλιστών. Συμμετείχε μαζί με τον Ηλία Τσιριμώκο και τον Αλέξανδρο Σβώλο στην ίδρυση της «Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας» (ΕΛΔ), ενώ αργότερα προσχώρησε στο ΕΑΜ.
Μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ξεκίνησε να ασχολείται επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία. Εργαζόταν στην εφημερίδα «Μάχη» σαν αρχισυντάκτης, σχολιογράφος και κριτικός κινηματογράφου. Μετά τις αποκαλύψεις που έκανε στην εφημερίδα του για τη Μακρόνησο διώχθηκε και φυλακίστηκε. Αποφυλακίστηκε με παρέμβαση της Σοσιαλιστικής Διεθνούς και του Αλέξανδρου Σβώλου. Στη συνέχεια εργάστηκε στις εφημερίδες «Προοδευτικός Φιλελεύθερος», «Ελεύθερος Λόγος», «Αθηναϊκή» για να καταλήξει τελικά στο συγκρότημα Μπότση και στις εφημερίδες «Ακρόπολις», «Απογευματινή» και το περιοδικό «Πρώτο».
Το συγγραφικό του έργο ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του '50 δημοσιεύοντας σε συνέχειες στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Οικογένεια» το μυθιστόρημα του «Έγκλημα στο Κολωνάκι (1953)», με το οποίο και καθιερώθηκε από τους πρώτους συγγραφείς αστυνομικού μυθιστορήματος. Το μυθιστόρημά του αυτό εκδόθηκε κανονικά λίγο αργότερα και γνώρισε τεράστια επιτυχία με αποτέλεσμα έξι χρόνια αργότερα το 1959 να μεταφερθεί με παρόμοια επιτυχία στον κινηματογράφο. Συνέχισε να γράφει ακούραστα για 25 και πλέον χρόνια αφήνοντας πίσω του πλειάδα αστυνομικών μυθιστορημάτων, περίπου είκοσι σενάρια και δύο θεατρικά. Δημιουργός του θρυλικού χαρακτήρα Γεωργίου Μπέκα, χάρισε στην Ελληνική λογοτεχνία έναν ήρωα εφάμιλλο του Μεγκρέ.
Πολλά από τα έργα του μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο, τόσο από τον ίδιο, όσο και μετά το θάνατο του, δημιουργώντας έτσι το αντίστοιχο του φιλμ νουάρ στο Ελληνικό σινεμά. Μερικά από τα αυτά είναι «Ο Άνθρωπος του Τρένου (1958)», «Καλημέρα Αθήνα (1960)», «Ένας Δον Ζουάν για Κλάματα (1960)», «Έγκλημα στα παρασκήνια (1960)», «Ο Άντρας της Γυναίκας μου (1962)», «Ο Μπαμπάς μου κι Εγώ (1963)», «Το Πρόσωπο της Ημέρας (1965)», «Μια Γυναίκα Κατηγορείται (1966)», «Αντάρτες των Πόλεων (1972)», «Ζήτημα Ζωής και Θανάτου (1973)», «Οι τελευταίοι του Ρούπελ(1971)» κ.α..
